Γιαβρίμης Παναγιώτης

 

 

Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης

 

 

 

Εκδότης: Γιαβρίμης Παναγιώτης

 

Μορφή: Μαλακό εξώφυλλο

 

Αριθμός σελίδων: 416

 

Κωδικός ISBN: 77120294

 

Διαστάσεις: 24 × 15,8 εκ.

 

Κωδ. Εύδοξος: 77120294

 

Έτος έκδοσης: 2007

 

 

 

 ► παρουσίαση

 

Η Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης (ΚτΕ) είναι ένα πεδίο της Κοινωνιολογίας σχετικά πρόσφατο. Ο Bums αναφέρεται στην κοινωνιολογία ως μια επιστήμη, που έχει ως σκοπό την κατανόηση της κοινωνικής συμπεριφοράς και των κοινωνικών θεσμών, θέτοντας προβληματισμούς και αναδεικνύοντας κριτικές προσεγγίσεις (Dale, 2006: 185). O Meighan (1973) συμπληρώνει ότι η κοινωνιολογία μελετά ιδιαίτερα τη συμπεριφορά, που οδηγεί σε μοτίβα, ερευνώντας τους λόγους παραγωγής, αναπαραγωγής, μεταβίβασης ή αλλαγής τους.

Η απαρχή των κοινωνιολογικών θεωριών ανευρίσκεται στο 18ο αιώνα και η εκπαίδευση εντάσσεται ως ιδιαίτερο πεδίο μελέτης μόλις το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Η ΚτΕ προσεγγίζει την εκπαίδευση ως ένα θεσμό, που επηρεάζεται από τους κοινωνικούς παράγοντες και τις κοινωνικές διαδικασίες. Διαμορφώνει θεωρητικά πλαίσια ερμηνείας των εκπαιδευτικών προβλημάτων στηριζόμενη σε εννοιολογικά και εμπειρικά δεδομένα, αναδεικνύοντας μελλοντικές προοπτικές, εκτός από λύσεις, ως πρόταγμα της εκπαιδευτικής πολιτικής και της καθημερινής σχολικής πρακτικής (Young, 2008). Τα παραπάνω έρχονται σε αντίθεση με την προσέγγιση, που υπήρχε για την εκπαίδευση, πριν την εμφάνιση της ΚτΕ, όπου η εκπαίδευση εξεταζόταν ως μια μοναδική οντότητα με ψυχοπαιδαγωγικές και διδακτικές, κυρίως, διαστάσεις, κάτι, που καθόριζε τόσο τις χρησιμοποιούμενες πρακτικές μέσα στο σχολικό πλαίσιο και γενικότερα στην αγωγή, όσο και τη λειτουργία της εκπαίδευσης σε σχέση με το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Οι συγκεκριμένες προσεγγίσεις είχαν ως συνέπεια να διερευνώνται οι παράγοντες, που είχαν συνάφεια περισσότερο με το μαθητή ως άτομο (προσωπικότητα, ενδογενή χαρακτηριστικά) και την αλληλεπίδραση του με τον εκπαιδευτικό στο σχολικό πλαίσιο και λιγότερο με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς. Ακόμα και οι αναφορές σε θεσμούς (όπως π.χ. η οικογένεια) και εξωγενείς παράγοντες (π.χ. το αναλυτικό πρόγραμμα) από τους διάφορους θεωρητικούς της ψυχοπαιδαγωγικής και της διδακτικής πράξης εστιάζουν περισσότερο στην επίδραση στο μαθητή και στο μικρό- επίπεδο της τάξης ή του σχολείου και δεν αναφέρονται καθόλου στον κυρίαρχο ρόλο των κοινωνικών θεσμών και των κοινωνικών διαδικασιών στην εκπαίδευση, αλλά και στο σημαντικό ρόλο, που διαδραματίζει η εκπαίδευση στην ιδεολογικο-πολιτική λειτουργία της κοινωνίας.

Ως κλάδος της Κοινωνιολογίας, η ΚτΕ, άρχισε να διαμορφώνεται τη δεκαετία του '60. Αρκετοί σημαντικοί θεωρητικοί της κοινωνιολογίας είχαν ενσωματώσει στις αναλύσεις τους παλιότερα την εκπαίδευση ως ένα σημαντικό κοινωνικό θεσμό (Durkheim, Marx, κ.ά.), χωρίς όμως να υπάρχει μια αυτόνομη και ιδιαίτερη θεωρητική ή/και ερευνητική προσέγγιση του θεσμού αυτού. Σημαντικοί παράγοντες, που οδήγησαν στην ανάδειξη της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης ως επιστήμης ήταν: α) η έντονη κριτική, που δέχτηκε το σχολείο, καθώς αμφισβητήθηκε η ποιότητα της προσφερόμενης εκπαίδευσης, αλλά και η κοινωνική και η εκπαιδευτική ισότητα, που επαγγελόταν, β) τα ερευνητικά δεδομένα (Coleman et al., 1966. Jencks et al., 1972), όπου λαμβάνονταν υπόψη μεταβλητές, που σχετίζονταν με τα δημογραφικά στοιχεία των γονέων, της φυλής, της περιοχής κ.ά., ανέδειξαν τη σημαντικότητα των κοινωνικών δυνάμεων, που επηρεάζουν την εκπαίδευση και διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της ΚτΕ, γ) το κίνημα της προοδευτικής εκπαίδευσης στις ΗΠΑ, οι θεωρητικές προσεγγίσεις του Dewey και η κριτική, που ασκήθηκε στο παραδοσιακό δασκαλοκεντρικό σχολείου και τα οποία ανέδειξαν ακόμα περισσότερο τον κοινωνικό ρόλο της εκπαίδευσης. Ο Dewey άσκησε κριτική στον παραδοσιακό τρόπο δασκαλοκεντρικής προσέγγισης της διδακτικής πράξης, που θεωρούσε τον εκπαιδευτικό ως «μεταλαμπαδευτή» γνώσεων και συμπεριφορών και τους μαθητές «άβουλα» υποκείμενα, που υποτάσσονται στη διδακτική και γραφειοκρατική εξουσία του εκπαιδευτικού. Η δασκαλοκεντρική προσέγγιση εστιάζει, κυρίως, σε αναπαραγωγικές διαδικασίες της μάθησης, καταπνίγοντας την καινοτομία και την αυτενέργεια του μαθητή. Ο Dewey εισήγαγε τον όρο «μάθηση μέσω της πράξης» (Learning by doing) και συνέδεσε την εκπαίδευση και το σχολείο με την κοινωνική ζωή και την καθημερινότητα του ατόμου, τονίζοντας τόσο την κοινωνική λειτουργία της εκπαίδευσης, χαρακτηρίζοντας την «όχι ως προετοιμασία για την ζωή, αλλά ως την ίδια την ζωή», όσο και το ρόλο της πράξης και της εμπειρίας των εκπαιδευομένων στη μάθηση (Dewey, 2004. Janesick, 2003. Pappas, 2008), ε) η ανάδειξη, ως κυρίαρχου, του θεωρητικού μοντέλου του δομολειτουργισμού στα ανώτατα ιδρύματα των ΗΠΑ (Banks, 1987), στ) το κλίμα ανταγωνισμού μεταξύ του δυτικού και ανατολικού μπλοκ για την πρωτοπορία στην τεχνολογική ανάπτυξη και ζ) η κυριαρχία του κεϋνσιανικού μοντέλου, και η εμφάνιση θεωρητικών προσεγγίσεών, όπως αυτής του ανθρώπινου κεφαλαίου, που επεσήμανε τη συμβολή της εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη και στην τεχνολογική κυριαρχία μιας κοινωνίας, συνδέοντας την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την μείωση του ρόλου της χειρωνακτικής εργασίας και την αυξημένη ζήτηση της εξειδικευμένης εργασίας, με την κατοχή μορφωτικού κεφαλαίου (Reid, 1978. Φραγκουδάκη, 1985). Ταυτόχρονα, με τα παραπάνω, παρατηρούνται αλλαγές στην κοινωνική διαστρωμάτωση, μείωση του ποσοστού των ανειδίκευτων εργατών στη σφαίρα της παραγωγής, ελάττωση του αγροτικού πληθυσμού και αύξηση των μεσαίων στρωμάτων, ιδιαίτερα στον τομέα παροχής υπηρεσιών. Η ΚτΕ στο πλαίσιο αυτό διαμορφώνει ερμηνευτικές προσεγγίσεις της κοινωνικής οργάνωσης, των διαδικασιών του σχολείου και της εκπαίδευσης, καθώς, επίσης, και του ρόλου των παραπάνω στη διαμόρφωση του νέου κοινωνικού υποκειμένου. Σύμφωνα με τον Ball (2004) ο καθορισμός της ΚτΕ, ως ενός μοναδικού κλάδου της κοινωνιολογίας έχει αρκετές δυσκολίες, κάτι, που έχει σχέση τόσο με την ανάπτυξη της και τις ασυνέχειες της μέσα στο πεδίο της, όσο και με τη σχέση της με τις άλλες κοινωνικές επιστήμες. Επίσης, στα παραπάνω συμβάλλουν η εννοιολόγηση του πεδίου της ΚτΕ, που γίνεται μέσα από διαδικασίες θεωρητικών και ερευνητικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων, ο διαχωρισμός σε υποπεδία, αλλά και η μεταμοντέρνα οπτική των κοινωνικών επιστημών, που αυξάνουν τη συνθετότητα της αποσαφήνισης του πεδίου της ΚτΕ.

Η ΚτΕ είναι επιστήμη, γιατί: α) έχει καθορισμένο πεδίο αναφοράς, β) θεωρητικά προσφέρει εξηγήσεις με συστηματικό και οργανωμένο τρόπο μη εμμένοντας στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των φαινομένων, γ) οι διερευνήσεις και οι εξηγήσεις, που δίνονται στο πλαίσιο της για τα κοινωνικά φαινόμενα, τεκμηριώνονται εμπειρικά και επαληθεύονται με αντικειμενικές παρατηρήσεις, χρησιμοποιώντας μεθοδολογικά εργαλεία, που συνάδουν με τις κοινωνικές επιστήμες και ιδιαίτερα με την Κοινωνιολογία και δ) αντιμετωπίζει με αντικειμενικότητα τα πεδία της έρευνάς της (Μυλωνάς, 1998. Λάμνιας, 2001. Barton, 2006. Halliman, 2006. Sadovnick, 2007. Νόβα-Καλτσούνη, 2010).

 

 ► περιεχόμενα

 

Ευχαριστίες 7

Συνοπτικά Περιεχόμενα  9

Πρόλογος  15

 

ΜΕΡΟΣ Α'

Έννοια, Ορισμοί & Λειτουργίες της Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων 19

 

Κεφάλαιο 1ο: Έννοια και περιεχόμενο της Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων 21

1.1. Εισαγωγή 21

1.2. Ορισμός της Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων (ΔΑΠ) 24

1.3. Λειτουργίες ή Ενέργειες της Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων 29

1.4. Ο ρόλος των γραμμικών στελεχών και της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων 35

 

Κεφάλαιο 2ο: Ανάλυση Εργασίας 41

2.1. Εισαγωγή 41

2.2. Ανάλυση εργασίας και η χρησιμότητά της για τη Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων 42

2.3. Η διαδικασία της ανάλυσης εργασίας 45

2.4. Μέθοδοι ανάλυσης εργασίας 51

2.5. Περιγραφή και προδιαγραφή εργασίας 55

2.5.1. Περιγραφή εργασίας 55

2.5.2. Προδιαγραφή θέσης εργασίας 56

2.6. Ανάλυση Ικανοτήτων 61

2.6.1. Διαδικασία και μέθοδος ανάλυσης ικανοτήτων 68

2.6.2. Χρησιμότητα και καταλληλότητα της ανάλυσης ικανοτήτων 70

 

Κεφάλαιο 3ο: Στρατηγικός Προγραμματισμός Ανθρωπίνων Πόρων 73

3.1. Εισαγωγή 73

3.2. Διαδικασία ή βήματα προγραμματισμού Ανθρωπίνων Πόρων 75

3.3. Μείωση θέσεων εργασίας 96

3.3.1. Μέθοδοι μείωσης θέσεων εργασίας 99

3.3.2. Επανατοποθέτηση (απερχόμενων) στην αγορά εργασίας (outplacement) 103

 

Κεφάλαιο 4ο: Προσέλκυση Υποψηφίων  105

4.1. Εισαγωγή 105

4.2. Εργοδοτική επωνυμία και Προσέλκυση υποψηφίων 108

4.3. Πηγές προσέλκυσης (υποψηφίων) 113

4.3.1. Εσωτερικές πηγές προσέλκυσης 113

4.3.2. Εξωτερικές πηγές προσέλκυσης 116

4.3.3. Ηλεκτρονικές πηγές προσέλκυσης (E -recruiting) 124

4.4. Κριτήρια αξιολόγησης ενός προγράμματος προσέλκυσης 127

 

Κεφάλαιο 5ο: Επιλογή Υποψηφίων 129

5.1. Εισαγωγή 129

5.2. Διαδικασία και μέθοδοι επιλογής 131

5.2.1. Αξιολόγηση βιογραφικών και αιτήσεων απασχόλησης 131

5.2.2. Προκαταρκτική συνέντευξη 125

5.2.3. Δοκιμασίες (τεστ) 137

5.2.4. Συνέντευξη επιλογής 146

5.2.5. Έλεγχος παρελθόντος και αξιολόγηση συστάσεων 155

5.2.6. Ιατρικές εξετάσεις ή και φυσικής κατάστασης 157

5.2.7. Τελική απόφαση επιλογής 160

5.3. Προετοιμασία υποψηφίου για τη διεκδίκηση θέσης εργασίας 161

 

Κεφάλαιο 6ο: Υποδοχή & Ένταξη Νεοπροσληφθέντων 177

6.1.  Εισαγωγή 177

6.2. Ποιος έχει την ευθύνη για την υποδοχή και ένταξη των νεοπροσληφθέντων 181

6.3. Συστατικά στοιχεία ενός αποτελεσματικοί) προγράμματος υποδοχής και ένταξης νεοπροσληφθέντων 184

 

Κεφάλαιο 7ο: Εκπαίδευση & Ανάπτυξη Ανθρωπίνων Πόρων 185

7.1. Εισαγωγή 185

7.2. Η διαδικασία της εκπαίδευσης και ανάπτυξης 189

7.2.1. Εκτίμηση εκπαιδευτικών αναγκών 191

7.2.2. Σχεδιασμός εκπαιδευτικών προγραμμάτων 194

7.2.3. Υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων 202

7.2.4. Αξιολόγηση εκπαίδευσης 223

 

Κεφάλαιο 8ο: Πολιτική & Συστήματα Αμοιβής Εργαζομένων 237

8.1. Εισαγωγή 237

8.2. Βάσεις υπολογισμού της αμοιβής 241

8.3. Παράγοντες καθορισμού αμοιβών 243

8.4. Θέματα πολιτικής αμοιβών 246

8.5. Συστήματα αμοιβής εργαζομένων 248

8.6. Αμοιβές ανωτάτων στελεχών και επαγγελματιών 255

8.7. Συστήματα κινήτρων 259

8.7.1. Κίνητρα για εργατοϋπαλλήλους 262

8.7.2. Κίνητρα για χαμηλόβαθμα στελέχη και επαγγελματίες 266

8.7.3. Κίνητρα για τους πωλητές 270

8.7.4. Κίνητρα για ανώτατα στελέχη 272

8.7.5. Κίνητρα μέσω συμμετοχής των εργαζομένων στα (οικονομικά) αποτελέσματα 276

8.8. Κίνητρα για εργατοϋπαλλήλους 281

8.8.1. Αμοιβή με το κομμάτι 281

8.8.2. Ατομικά βραβεία 282

8.8.3. Ομαδικά βραβεία 282

 

Κεφάλαιο 9ο: Αξιολόγηση Απόδοσης Εργαζομένων 285

9.1. Εισαγωγή 285

9.2. Αρχές αξιολόγησης απόδοσης 290

9.3. Μεθοδολογίες και διαδικασία αξιολόγησης 293

9.4. Ποιος (πρέπει να) αξιολογεί την απόδοση 296

9.5. Μέθοδοι αξιολόγησης απόδοσης 301

9.5.1. Μέθοδοι με βάση τα χαρακτηριστικά 303

9.5.2. Μέθοδοι σύγκρισης εργαζομένων 306

9.5.3. Μέθοδοι με βάση τη συμπεριφορά 308

9.5.4. Μέθοδοι με βάση τα αποτελέσματα 314

9.5.5. Μέθοδοι αξιολόγησης δυνατοτήτων (εργαζομένων) 316

9.6. Σφάλματα αξιολογητή 317

9.7. Συνέντευξη αξιολόγησης 321

 

ΜΕΡΟΣ Β'

Θεωρητικά Υποδείγματα & Ειδικά Θέματα

Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων 325

 

Κεφάλαιο 10ο: Θεωρητικές Προσεγγίσεις για τη Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων 327

10.1. Εισαγωγή 327

10.2. Θεωρίες στρατηγικής Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων 327

10.2.1. Η θεωρία / άποψη των (απαιτούμενων και διαθέσιμων) πόρων 327

10.2.2. Η θεωρία της ολοκλήρωσης 329

10.3. Οι βασικές στρατηγικές προσεγγίσεις της Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων 345

10.3.1. Η προσέγγιση του Harvard 345

10.3.2. Η προσέγγιση του Michigan 347

10.3.3. Η προσέγγιση του Warwick 350

10.3.4. Η προσέγγιση του Guest 350

10.3.5. Η προσέγγιση του Storey 354

 

Κεφάλαιο 11o: Πληροφοριακά Συστήματα Ανθρωπίνων Πόρων (HRIS) 359

11.1. Εισαγωγή 359

11.2. Πλεονεκτήματα και εμπόδια εφαρμογής ενός HRIS 363

11.3. Ηλεκτρονικά Συστήματα Διοίκησης Ανθρωπίνων Πόρων (e-HRM) 367

11.3.1. Διαχείριση δεδομένων Ανθρωπίνων Πόρων 368

11.3.2. Προσέλκυση και Επιλογή Ανθρωπίνων Πόρων 371

11.3.3. Διοίκηση Απόδοσης Εργαζομένων (e - Performance) 380

11.3.4. Εκπαίδευση και Ανάπτυξη Ανθρωπίνων Πόρων 382

 

Κεφάλαιο 12°: Διεθνής Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων 387

12.1. Εισαγωγή 387

12.2. Τα διεθνή στελέχη 388

12.3. Επιλογή Διεθνών Στελεχών 390

12.4. Εκπαίδευση Διεθνών Στελεχών 393

12.5. Απόδοση και Επιτυχία της Διεθνούς Αποστολής 394

12.6. Οικονομική Ανταμοιβή 396

12.7. Επαναπατρισμός 397

 

Κεφάλαιο 13°: Μελέτη Περιπτώσεων (Case Studies) 399

13.1. Εισαγωγή 399

13.2. Περιπτώσεις προς μελέτη 402

Βιβλιογραφικές Αναφορές - Πηγές 421

Ελληνόγλωσση 421

Ξενόγλωσση 421

Ηλεκτρονικοί Τόποι 445